Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

«Ο άπειρος κόσμος και το χάος»

Σκεφτήκατε, ποτέ, μια ζωή έξω από την επικράτεια του νόμου, σε μια μετέωρη ζώνη «αδιαφορίας»; Στο μεταίχμιο ανθρώπου και ζώου, πεπερασμένου και απείρου; Πώς θα μπορούσε να είναι μια τέτοια ζωή; Πώς θα μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι που διάγουν έναν τέτοιο βίο; Είναι φανατικοί; Είναι επιπόλαιοι; Έχουν ιδεολογικό «βάρος»; Κομματική ταυτότητα; Έχουν πολιτικά και νομικά δικαιώματα; Είναι κοινωνικά και πολιτικά περιθωριοποιημένοι; Διατηρούν τη καθημερινή ρουτινιάρικη ζωή των περισσοτέρων, ως «κανονικοί» άνθρωποι, ή κινούνται στο κατώφλι ανθρώπου και τέρατος ή θεού; Έχουν μια απλή βιολογική ύπαρξη, αναγνωρίσιμη και σεβαστή ή μια ζωή γυμνή, χωρίς νόημα και σκοπό;

Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η απλή φυσική ζωή ενός ανθρώπου γίνεται βίος, βιογραφημένη αφήγηση, όταν βίος και ζωή συνενωθούν σε μια «γεωπολιτική εξουσία», όταν, δηλαδή, κυριαρχία, δικαιώματα, εξουσία και ηθική εδραιώνονται και διαιωνίζονται, εγγράφοντας τους ανθρώπους στις κυρίαρχες κοινωνικές συμπεριφορές που απαιτούνται για την κοινωνικοποίηση του ατόμου. Αυτό είναι και το παράδοξο: τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι κυρίαρχες κοινωνικές συμπεριφορές βοηθούν στη χειραφέτηση και τη προστασία του ανθρωπίνου γένους, παράλληλα, όμως, η φυσική ζωή γίνεται, τότε, στρατηγικός στόχος των μηχανισμών της εξουσίας. Η πειθάρχηση και ο έλεγχος της συμπεριφοράς εξαπλώνεται παντού: στις επικοινωνίες, τα τεχνολογικά μέσα, τις ιδιωτικές και δημόσιες τράπεζες πληροφοριών, την επιτήρηση μέσα από κλειστά κυκλώματα, τα διαβατήρια, τον άκρατο καταναλωτισμό.

Και, τώρα, το κρίσιμο ερώτημα: Αν κάποιος αποφασίσει να δει το νόμισμα από τη μία του μόνο πλευρά, μόνο από την πλευρά της γυμνής ζωής και όχι του «καταγεγραμμένου» βίου, του «κοινωνικοποιημένου» βίου, είναι τότε τρελός, ξένος, «ανώμαλος» ή ιερός; Η απάντηση φαίνεται σύνθετη. Ωστόσο, είναι πολύ απλή. Τα ζώα υπακούουν στη φύση. Δεν μπορούν να παραβιάσουν τον «νόμο» που τους έχει οριστεί, τον «νόμο των ενστίκτων» τους, δηλαδή. Ο άνθρωπος, όμως, είναι ελεύθερος. Μπορεί να επιλέξει να πεθάνει για την ελευθερία του. Να τι έχει ο άνθρωπος που δεν το έχουν τα ζώα: έναν «Νου» και μία «Βούληση». Ο νους, πολλές φορές, διαφθείρει τις αισθήσεις, ενώ η βούληση συνεχίζει να μιλά, όταν η φύση σιωπά. Πότε μιλάει, όμως, η βούληση στον άνθρωπο;

Για σκεφτείτε έναν αφέντη και έναν δούλο. Τι είναι αυτό που κάνει τον αφέντη να είναι ΄΄αφέντης΄΄; Η προθυμία του να φτάσει τον αγώνα του για αναγνώριση μέχρι το τέρμα, χωρίς να συνθηκολογήσει ποτέ και να αποδεχτεί την υποτέλειά του, κάτι, δηλαδή, που κάνει σε αντιδιαστολή ο δούλος. Επανέρχομαι στον αρχικό συλλογισμό μου: Ένας ΄΄αφέντης΄΄ ζει μια τρελή, ξένη και «ανώμαλη» ζωή; «Ναι» θα ήταν η απάντησή μου, αλλά θα συμπλήρωνα, τι σημαίνει «τρελός», «ξένος», «ανώμαλος»;

Γνώθι Σαυτόν έλεγε ο Σωκράτης και ο Χριστός κήρυττε: «Η Βασιλεία των Ουρανών είναι μέσα μας». Αν ενώσουμε αυτά τα δύο «ρητά», μήπως το αποτέλεσμα είναι πέρα και μακριά από μια απλή βιολογική ύπαρξη που αποκτά σημασία μόνο αν γίνει βίος και βιογραφημένη αφήγηση; Μήπως, τότε, ο βίος και η γυμνή ζωή, η «τρελή», η ξένη, η «ανώμαλη» συγκροτούν η μία την άλλη μέσω του αμοιβαίου αποκλεισμού και της συμπερίληψης, ταυτόχρονα;

Δεν υπάρχουν συνταγές βίου για να τις δίνει ο ένας στον άλλο. Ένα πράγμα, όμως, έχω να πω: Όταν κανείς συνειδητοποιήσει πόσο ξένος και γυμνός είναι στην πραγματικότητα, μήπως τότε αποκτήσει την ιερότητα που φέρει κάθε άνθρωπος που κατέκτησε το Γνώθι Σαυτόν; Και, μήπως, τότε και η Βασιλεία των Ουρανών και, συνεκδοχικά, το ίδιο το σύμπαν είναι μέσα του, καθιστώντας τον ίδιο ένα ολόγραμμα του σύμπαντος και της Βασιλείας των Ουρανών;

Οι μεγάλοι ποιητές είναι «τρελοί». Οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι «χαοτικοί». Γιατί άραγε; Γιατί το Χάος είναι η αρχή όλων των πραγμάτων. Γιατί το Χάος γέννησε το έρεβος και τη νύχτα, χωρίς καμιά βοήθεια. Η ανεξέλεγκτη ροϊκότητα των πραγμάτων πάνω στην οποία στηρίζεται και η θεωρία του χάους, μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε μικρή, τυχαία και «μη κανονική» δράση αποκτά μεγάλη σημασία και μπορεί να επηρεάσει ένα καθολικό σύστημα στην ολότητά του. Στην απειροελάχιστη στιγμή που όλα παίζονται, η αλλαγή συντελείται! Ποιοι άνθρωποι, λοιπόν, είναι αυτοί που θα αποτελέσουν «ελκυστές» τέτοιων απειροελάχιστων αλλά συνάμα σημαντικών αλλαγών; Θα σας απαντούσα: οι «τρελοί», οι ξένοι, οι «ανώμαλοι»! Επειδή, όμως, μπορώ να ανασύρω και άλλες λέξεις, θα σας πω, επιπροσθέτως: αυτοί που έχουν συνείδηση, αυτοί που έχουν καρδιά. Αυτοί είναι οι ελκυστές των αλλαγών. Αυτοί που είναι ελεύθεροι, αυτοί που είναι ΄΄αφέντες΄΄ και όχι ΄΄δούλοι΄΄, αυτοί που η βούλησή τους δεν σταματά όταν η φύση σιωπά ή όταν ο θεός σιωπά. Αυτοί που πιστεύουν βαθιά μέσα τους ότι το μάταιο σκόρπισμα, το ξέφτισμα της ζωής δεν είναι τόσο μάταιο εν τέλει, ούτε και τόσο εντροπικό. Αυτοί που σώζουν τη τιμή του ονόματός τους και δεν μπλέκονται στα γρανάζια ενός ανώφελου και μάταιου «προβατισμού», σαν αυτόν που «επισύρουν», εδώ και χρόνια, οι δράσεις των κομμάτων σ’ αυτή τη δύστυχη χώρα!

Η αισθητική αξία κάθε πράξης σχετίζεται με το κατά πόσο μια πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί ωραία ή άσχημη. Με το κατά πόσο δημιουργεί ένα όραμα που αγκαλιάζει το βαθύ νόημα των φαινομένων που εμφανίζονται στο εσωτερικό της αρμονικής τάξης του κόσμου. Αυτό το όραμα φέρει μέσα του τα σπέρματα του χάους, την αντίθετη, δηλαδή, και συμπληρωματική όψη του κόσμου. Μοιάζει με ένα είδος διαλεκτικής που μπορεί να ανατρέψει τις προοπτικές και να τα καταστρέψει όλα. Αυτή είναι, όμως, και η τραγική χαρά του «ιερού» ανθρώπου! Ότι ο κόσμος του είναι ο ωραιότερος και, ωστόσο, τόσο άσχημα ριγμένος στη τυχαιότητά του!

Οφείλω ένα συμπέρασμα για το τέλος: κάθε άνθρωπος είναι φορέας ενός αισθητικού, ηθικού και ποιητικού νοήματος και ολόγραμμα του σύμπαντος και των νόμων του χάους. Κάθε πράξη του μπορεί να φέρει μια απότομη αλλαγή στη τεθλασμένη γραμμή του περατού κόσμου και να τον κάνει καλύτερο. Να μην χάσουμε, λοιπόν, τη συνείδησή μας, να τιμήσουμε το όνομά μας, να μην αναζητάμε τις αξίες μας μέσα στα σκουπίδια, να γίνουμε ελεύθεροι και παράξενοι, γυμνοί και ξένοι, διάπειροι, με έναν νου που δεν θα διαφθείρει τις αισθήσεις μας και με μια βούληση εστραμμένη, πάντα, στο καλό και το αγαθό, ακόμη και αν ο θεός σιωπά. Γιατί, μόνο η ομορφιά της ατομικής δράσης του καθενός μπορεί να δώσει στη ζωή το νόημα που της αξίζει …

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Ζει ή πέθανε η ποίηση;

«Μας λείπουνε οι λέξεις! Μας λείπουνε οι λέξεις! Πίσω απ’ τα μάτια. Όχι στα χείλη. Αυτό είν’ όλο. Όταν έγραφα αυτές τις αράδες, αναρωτιόμουν αν ακόμη είναι εφικτή η άσκηση της ποιητικής τέχνης σε μια εποχή νεωτερικότητας, μοντερνισμού και σύγχρονης ΄΄αντίληψης΄΄ των πραγμάτων, όπου τα χείλη κυριαρχούν των οφθαλμών! « … Μα, τι είναι πιο ανώτερο σε τούτη τη ζωή; Να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία» … Έτσι, μου γεννήθηκε και η δεύτερη στροφή, σε μια στιγμή απορίας που αγγίζει ένα μεταφυσικό ερώτημα, ΄΄να ζει κανείς ή να μη ζει΄΄. Αφήνω, λοιπόν, το ερώτημα να πάρει σάρκα και οστά, να γίνει ποίημα, διαρρηγνύοντας το ίδιο το ιδιολατρικό κέλυφος της ποίησής του. Και … «Και … Σκέψεις δίχως λέξεις; … Μη μου πεις! Αυτό με ξεπερνάει! Σαν στον ορίζοντα σβηστείς και, σφόδρα, λησμονήσεις … Εκείνα που δεν έμαθες ανάμεσα στα φύλλα … » Τι να ‘ναι αυτό, λοιπόν, που πρέπει να λησμονήσει ένας Ποιητής, σαν θέλει να γράψει Ποίηση και όχι ΄΄σκέψεις δίχως λέξεις΄΄; Τα εσώψυχά του μάλλον; Τον εαυτό του μήπως; Τα εσωτερικά τοπία του μυαλού του, όπου μονάχος του, σ’ ένα δωμάτιο, τη νύχτα, με τα παντζούρια κλειστά, ενδιαφέρεται μονάχα γι’ αυτά που τον διαφοροποιούν από τους άλλους, αρνούμενος να κοιτάξει έξω από το παραθύρι του και να γράψει γι’ αυτούς τους ΄΄άλλους΄΄, για την ίδια τη ζωή; «Εκείνα που δεν έμαθες ανάμεσα στα φύλλα … » Μένω ξανά και ξανά σ’ αυτόν τον στίχο μου. Τον κλωθογυρίζω στο μυαλό μου. Καταγράφω, απλώς, το γεγονός (και σας το εκμυστηρεύομαι φίλοι μου) ότι υπάρχει μέσα μου κάτι σαν ΄΄παράπονο΄΄ για μια απειροκαλία στη σύγχρονη ποίηση, ίσως οφειλόμενη σε έναν εγκλεισμό του ποιητή στον αυτιστικό κόσμο των ΄΄φύλλων΄΄ του, του μονόφυλου σώματός του, που το έχει ταΐσει μόνο με βιβλία, στείρο ακαδημαϊσμό και δίχως ΄΄ομορφιά΄΄. Γιατί, όταν φτάνω στο σημείο να θεωρώ ότι ο Ποιητής πρέπει να είναι ΄΄ερμαφρόδιτος΄΄, τότε το μάτι και το αυτί αντιμετωπίζουν πρόβλημα ως προς τα δικαιώματά τους! «Ιδού η απόδειξη, η τρανή! Τον άσσο, πριν τραβήξεις! Ο φθόνος … Η φθορά … Κι η φασαρία … Μας λείπουνε οι λέξεις! Μας λείπουνε οι λέξεις!» Και … Να σου! Έρχεται και η τρίτη η στροφή! «Ιδού η απόδειξη η τρανή!» … Μάλλον δεν ευθύνομαι, λοιπόν, εγώ για όσα μου λένε οι αισθήσεις μου, όταν διαβάζω σύγχρονη ποίηση … «Τον άσσο, πριν τραβήξεις!» Ένας ποιητής που αρπάζεται από τη μία του λέξη, τη μόνη του λέξη, σαν να ήταν άσσος στο μανίκι του, όπως ο ναυαγός κρατιέται απεγνωσμένα από ένα ξύλο ριγμένο στο πέλαγος.. Ε! Και λοιπόν! Τη Τέχνη του Λόγου, την τέχνη του να αξιοποιείς κάθε λέξη της γλώσσας, να γνωρίζεις το βάρος, το χρώμα, τον ήχο, τους συνδυασμούς και να τις ξεπερνάς, κάνοντάς τες να υποδηλώνουν περισσότερα από όσα δηλώνουν, να την απαρνηθούμε, τέλος πάντων; Και στο τέλος, τι θα απομείνει; «Ο φθόνος … Η φθορά … Κι η φασαρία …» Τόση φασαρία για το τίποτα δηλαδή! Όχι! Όχι! Δεν συμφωνώ! (επιτρέψτε μου το ξέσπασμά μου. Γίνομαι, μερικές φορές, ιδιαιτέρως απότομη!). Είναι και αυτή η ελληνική γλώσσα! – γλώσσα θεϊκή – που μπορεί να τη μάθει κανείς, μέχρι ενός σημείου, με το διάβασμα (το διάβασμα δεν τελειώνει ποτέ), αλλά ακόμη πιο αποτελεσματικά με το να φαντάζεται ότι δεν είναι ΄΄αυτός΄΄, μα κάποιος ΄΄άλλος΄΄. Αν θέλει, επομένως, ο Ποιητής να ικανοποιήσει όλες εκείνες τις αισθήσεις, γράφοντας ένα ποίημα, όπου μαζεύονται σαν σμάρι η λογική, η φαντασία, τα μάτια, τα αυτιά και όχι μόνο …, καλά θα κάνει, επιτέλους, να βγει από το αφόρητο ΄΄εγώ΄΄ του, να αφήσει κατά μέρος ΄΄μοντερνισμούς΄΄ και ΄΄νεωτερισμούς΄΄, ως άλλοθι, και να μιλήσει για την ΄΄ομορφιά΄΄. Για ποια ομορφιά; «Τη γόπα του τσιγάρου σου, σε τάφο να τη θάψεις Κλωστή … Κλωστή … Αόρατη κλωστή … Ο ήλιος ανατέλλει …» Την ομορφιά που κρύβεται στη γόπα ενός τσιγάρου … σε μια αόρατη κλωστή … στον ήλιο που ανατέλλει … Αρκεί … «Κοίταξε, πριν σε καταπιεί … Προτού κι εκείνος … λιώσει …»[1] [1] Οι στίχοι που παραθέτονται είναι από το ποίημα της συγγραφέως, ΄΄Μας λείπουνε οι λέξεις!΄΄, της ποιητικής της συλλογής ΄΄Η αλήθεια της ψυχής …΄΄

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Μια «εύθραυστη» Πραγματικότητα …

« … Η φύση ολόκληρη, λοιπόν, αφεαυτής, συνίσταται από δύο πράγματα:
από σώματα και από το κενό, στο οποίο τίθενται και στο οποίο ποικιλότροπα κινούνται.
Γιατί η κοινή αίσθηση του είδους μας, διακηρύσσει ότι το σώμα αφεαυτού υπάρχει …»

Titus Lucretious Carus, De rerum natura, I. 419-423



Τίποτα δεν έρχεται σε ύπαρξη από το τίποτα ή χάνεται στο τίποτα. Οι δύο per se οντότητες είναι το σώμα και το κενό. Όλα τα άλλα είναι εγγενείς ή επίκτητες ιδιότητες αυτών των πραγμάτων.
Άραγε να είχε φανταστεί ο Λουκρήτιος ότι αυτή η δυιστική οντολογική και κοσμολογική άποψή του για τη ζωή, για ολόκληρο το σύμπαν, θα αποτελούσε τη βάση της ατομικής θεωρίας, που έγινε, ως ένα βαθμό, το θεμέλιο ανάπτυξης μιας στρατηγικής για την εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης; Είναι γεγονός ότι η προσωκρατική διανόηση, απελευθερωμένη από πρακτικούς σκοπούς, θεμελίωσε τον ορθολογικό φιλοσοφικό στοχασμό και εισήγαγε τις κυριότερες αφηρημένες έννοιες όλων των κλάδων του επιστητού, τις οποίες επεξεργάστηκε και ακολούθησε, σχεδόν στο σύνολό της, η παγκόσμια διανόηση. Ιδιαίτερα, μετά την εισαγωγή της έννοιας του κενού και του ατόμου, οι φιλοσοφικές θέσεις άρχισαν να αποδέχονται ή να απορρίπτουν την έννοια της κίνησης, πάντα σε συνύφανση με την πίστη στην «καθαρή λογική» και την απόρριψη ή την αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων.
Ο Παρμενίδης, με τη θέση του ότι η λογική πρέπει να υπερισχύει της εμπειρικής γνώσης, απηύθυνε πρόκληση στις επόμενες γενιές των φιλοσόφων. Παρομοίως, με τρόπους διαφορετικούς, τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Καρτέσιος αρνήθηκαν ότι θα μπορούσε να υπάρχει κυριολεκτικά «άδειος χώρος». Θεώρησαν, δηλαδή, τον κόσμο ως «ενιαία οντότητα». Παίρνοντας ως βάση την παρμενίδεια θεώρηση ότι «τίποτα δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το τίποτα, ακόμη και από τη θεία δύναμη» και αντίστροφα «τίποτα δεν μπορεί να μετατραπεί στο τίποτα, στην ανυπαρξία», οι Ατομικοί φιλόσοφοι της Αρχαιότητας πρότειναν την αρχή διατήρησης της ύλης – υλοενέργειας στην επέκτασή της.
Ωστόσο, αν όλα όσα υπάρχουν στη «ζωή» είναι άτομα, τότε τι είναι, στην πραγματικότητα, το κενό; Μήπως, επίσης, είναι λίγο «εύθραυστη» η αντικειμενική πραγματικότητα που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, όσον αφορά τη ζωή, τον θάνατο; Και αν όντως ισχύει αυτό, σ’ έναν κόσμο που τίποτα δεν είναι «απολύτως αληθινό», έτσι όπως τον βλέπουν τα μάτια μας, πώς μπορούμε να «κατανοήσουμε» την έννοια των «ψευδαισθήσεων»;
Σας αφήνω να προβληματιστείτε …


Ελένη Σεμερτζίδου

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Τέχνη: οδηγεί στην ευτυχία;

Τι είναι Τέχνη; Ανήκει στο καλό ή στο κακό; Είναι έκφραση θεϊκή ή διαβολική; Είναι έργο δύναμης ή αδυναμίας του ανθρώπου; Μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο συντροφικότητας και εικόνα κοινωνικής αρμονίας; Νοηματοδοτεί, μήπως, την ύπαρξη του ανθρώπου, φέρνοντας την πολυπόθητη ευτυχία;
Μα … Αλήθεια … Υπάρχει ευτυχία; …

Ο Ρώσος συγγραφέας, Βλαντιμίρ Κορολένκο, συνήθιζε να λέει ότι: «ο άνθρωπος γεννήθηκε για να ‘ναι ευτυχισμένος, όπως το πουλί για να πετάει».
Μπορεί και να ‘ναι έτσι, όπως πίστευε ο Κορολένκο. Μπορεί, κάλλιστα, και να μην είναι. Δεν είναι μαθηματική εξίσωση για να οδηγηθούμε σε ένα ΄΄σίγουρο΄΄ αποτέλεσμα. Μάλλον, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, η ουσία δεν βρίσκεται τόσο στην ΄΄υποτιθέμενη΄΄ ευτυχία του ανθρώπου και στις ΄΄προδιαγραφές΄΄ που έχει αυτός, ως Ον, για να τη βιώσει, μέσω της Τέχνης, αφού ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με ό,τι και αν κάνει! Και, για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Μα, γιατί, πολύ απλά, τα οράματά του δεν κατευθύνονται ποτέ σε συγκεκριμένους, πεπερασμένους στόχους, παρά μονάχα … στο άπειρο!

Επομένως, αν δεχτούμε αυτή την ΄΄παραδοχή΄΄, το ερώτημα που θα πρέπει να θέσουμε τότε είναι, αν και κατά πόσον, η Τέχνη μπορεί να εκφράσει αυτό το ιδεώδες που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος. Αυτό, δηλαδή, το χαοτικό άπειρο που τρέφει την ψυχή του, παρά την ΄΄παραφωνία΄΄ που παρουσιάζει, πολλές φορές, η ζωή του. Ένα χαοτικό άπειρο, ωστόσο, που έχει όλα εκείνα τα στοιχεία της συμπαντικής αρμονίας!
Αλλά … Και πάλι … Αν πράγματι, η Τέχνη φέρνει αυτή την ΄΄ηθική δικαίωση΄΄ στον άνθρωπο, αυτό σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι τον κάνει και ευτυχισμένο;
Επιτρέψτε μου να απαντήσω με ένα … ΄΄ναι αλλά όχι …΄΄ Ναι αλλά όχι! Ναι, γιατί η αρμονία είναι ευτυχία! Όχι, γιατί η αρμονία των πραγμάτων είναι μια διαρκής θυσία, γι’ αυτόν που την ΄΄επέλεξε΄΄ ως τρόπο βίου. Μια ανιδιοτελής αγάπη, ένας ασύνειδος δονκιχωτισμός και, επομένως, ένας συνεχής και ατέρμονος πόνος! Και πόσοι, άραγε, θα επέλεγαν μια τέτοια ΄΄ανελεύθερη΄΄, μοναχική ζωή, γεμάτη πόνο, πόνο, πόνο;
Είναι, λοιπόν, στ’ αλήθεια, τόσο ΄΄πονεμένος΄΄ άνθρωπος ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης; Ναι! Όταν, όμως, είναι ΄΄πραγματικός΄΄ δημιουργός! Ναι! Όταν, όμως, είναι ΄΄πραγματικός΄΄ καλλιτέχνης! Και είναι, επίσης, τόσο ΄΄ανελεύθερος΄΄ μέσα στη ζωή, μέσα στην επίγεια πραγματικότητα; Ναι. Είναι τόσο ΄΄ανελεύθερος΄΄ μέσα στην ίδια την ΄΄ελευθερία΄΄ του!

Δεν είναι τυχαίο ότι στην πορεία σχεδόν δύο χιλιάδων ετών χριστιανισμού, η Τέχνη αναπτύχθηκε, επί χρόνια, στο πλαίσιο θρησκευτικών ιδεών και στόχων. Συνεπώς, καλό θα ήταν να έχουμε και μια θεολογική προσέγγιση του όλου θέματος. Μια τέτοια θεολογική προσέγγιση φέρνει στο προσκήνιο την έννοια του ΄΄Ατόμου΄΄, σε αντιπαραβολή με εκείνη του ΄΄Προσώπου΄΄ .
Ο Άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Δημιουργήθηκε ως Πρόσωπο – και όχι ως Άτομο – για να γίνει κοινωνός της ζωής του Θεού. Δεν αποτελεί καθόλου σύμπτωση το γεγονός ότι ΄΄Πρόσωπον΄΄ σημαίνει το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ανθρώπου από το μέτωπο ως το πιγούνι, σημαίνει ακριβώς προς την όψη του άλλου ή τη δική μας. Το Πρόσωπο υπάρχει, όταν επικοινωνεί, όταν συναντά τον άλλο. Το Πρόσωπο υπάρχει, όταν γίνεται μέτοχος της μεγάλης Αγάπης του Θεού, όταν μπορεί και συνομιλεί μαζί Του, όπως ο πατέρας που αναπτύσσει αγαπητική σχέση με το παιδί του, όπως δύο καρδιακοί φίλοι. Αυτή την αγαπητική σχέση αναπτύσσει και ο δημιουργός με τον εαυτό του, με το κοινό του, με ολόκληρη την κοινωνία. Την εσωτερική του ελευθερία, την οποία έχει εξαρχής ως δημιούργημα Θεού, βρίσκει το θάρρος και την τόλμη να τη χρησιμοποιήσει, αποδεχόμενος ότι η εσωτερική του εμπειρία έχει κοινωνική σημασία, γιατί στηρίζεται στην Ελευθερία και την Αλήθεια. Γιατί στηρίζεται στην Αγάπη.

Και αυτό είναι η Τέχνη, εν κατακλείδι: Ελευθερία, Αλήθεια, Αγάπη.

Υπό αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να σημαίνει και ΄΄Ευτυχία΄΄ …


Ελένη Σεμερτζίδου

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Το παράλογο πεπρωμένο του Καλλιτέχνη

Πόσο ελεύθερος είναι, άραγε, ένας καλλιτέχνης, με τη θεμελιακή και ηθική έννοια της ελευθερίας; Μήπως, όπως έλεγε ο Ρώσος μυθιστοριογράφος, Μπόρις Πάστερνακ είναι όμηρος της αιωνιότητας και δεσμώτης του χρόνου; Και αν, ναι, ποιοι είναι, στ’ αλήθεια, όλοι εκείνοι οι παράγοντες που ο κερδισμένος, ο ωφελημένος είναι, πάντα, το κοινό, ενώ ο καλλιτέχνης χάνει και πρέπει να πληρώσει; Είναι, τελικά, τόσο παράλογο το πεπρωμένο του καλλιτέχνη, που δεν υπόκειται στους νόμους της συμβατικής, κοινής λογικής, αλλά βαδίζει σε παράδοξες ατραπούς;

Ο Βάν Γκόγκ, ο καλλιτέχνης που δήλωνε ότι «το καθήκον είναι κάτι απόλυτο» και παραδεχόταν ότι το καθήκον του προς το καλό το είδε σαν φορτίο και προνόμιο, στο προσωπικό του ημερολόγιο γράφει: «Όταν ένας άνθρωπος εκφράζει καθαρά αυτό που θέλει να πει, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Δεν αντιλέγω, είναι πιο ευχάριστο να τον ακούς όταν μπορεί να εκφράζει όμορφα τις σκέψεις του. Ωστόσο δεν προσθέτει και πολλά στην ομορφιά της αλήθειας, που είναι όμορφη από μόνη της …».

΄΄Στην ομορφιά της αλήθειας, που είναι όμορφη από μόνη της …΄΄ Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η αλήθεια, για την οποία μιλούσε ο Βάν Γκόγκ και θεωρούσε καλλιτεχνικό του έργο να αγωνιστεί, μ’ όλες του τις δυνάμεις, με το υλικό της ζωής, για να αντλήσει την ιδανική αλήθεια και την ομορφιά που κρύβεται μέσα της; Και, μήπως, αυτή η αλήθεια και η ομορφιά της να στοιχειοθετεί και το παράλογο πεπρωμένο του καλλιτέχνη, που σαν καθήκον και υπέρτατο ιδεώδες στοιχειώνει μέσα του, σε σημείο που να νιώθει ότι είναι ο πιο ανελεύθερος από όλους τους ανθρώπους που κατοικούν τον πλανήτη;

Η Τέχνη, αναμφισβήτητα, εξευγενίζει τον άνθρωπο με την ύπαρξής της και μόνο. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να έχει καθαρά χρησιμοθηρικούς και πρακτικούς αντικειμενικούς στόχους. Αλλά και ένας καλλιτέχνης που βασίζεται σε τέτοιες «βρώμικες» προϋποθέσεις, είναι φυσικό να μην μπορεί να σταθεί σαν καλλιτεχνική οντότητα που θα δημιουργήσει τους άυλους εκείνους δεσμούς, ώστε η ανθρωπότητα να μεταβληθεί σε κοινότητα και η Τέχνη να μην εκφυλιστεί και γίνει «άγρια», σαν μηλιά σε παρατημένο περιβόλι. Πόσο «παράλογη», όμως, είναι αυτή η «διεργασία», στην οποία υποβάλλει ο καλλιτέχνης τον εαυτό του καθημερινά;

Την απάντηση θα δώσει ο Ντοστογιέφσκι, λέγοντας: «Λένε πως η τέχνη πρέπει να καθρεφτίζει τη ζωή, και τα λοιπά. Είναι ανόητο όμως. Ο ίδιος ο συγγραφέας (ο ποιητής) δημιουργεί ζωή σχεδόν έτσι όπως δεν υπήρξε ποτέ πριν…». Και ο Τόμας Μαν θα συμπληρώσει: «Μόνο το αδιάφορο είναι ελεύθερο. Το ξεχωριστό δεν είναι ποτέ ελεύθερο. Φέρει τη δική του σφραγίδα, είναι οροθετημένο και αλυσοδεμένο». «Αλυσοδεμένος», λοιπόν, ο καλλιτέχνης δημιουργεί ζωή σχεδόν έτσι όπως δεν υπήρξε ποτέ πριν. Δημιουργεί, επομένως, μια πραγματικότητα, που απέχει πολύ απ’ την κοινή πραγματικότητα. Ζει το παράλογο πεπρωμένο του. Ίσως, θα ήταν πιο «σωστό» και πιο «δίκαιο» να πούμε ότι ο καλλιτέχνης δημιουργεί και αναμορφώνει, μέσα στα έργα του, την πραγματική πραγματικότητα. Την πραγματικότητα εκείνη που έχει τις απαρχές της στις παιδικές καταβολές του ανθρώπου, γίνεται κατανοητή από όλους, εφόσον η ψυχή θα διψά πάντα για αρμονία, άσχετα αν η ζωή, αντιθέτως, είναι γεμάτη παραφωνία. Σ’ αυτή τη διχοτόμηση κινείται το πεπρωμένο του καλλιτέχνη, αποτελώντας το ερέθισμα για να κινηθεί ο άνθρωπος, πηγή πόνου και ταυτόχρονα ελπίδας, επιβεβαίωση του πνευματικού δυναμικού και βάθους του. Φυσικά, αυτή η ανάταση, αυτό το πέταγμα στην καλοσύνη είναι μια χίμαιρα, ένα ολοφάνερο όνειρο για κάτι που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, κάτι που το αναζητά το πνεύμα του καλλιτέχνη, το λαχταρά, κάτι που αναζητά και λαχταρά όλη η ανθρωπότητα, έστω και εν αγνοία της. Είναι η αλλόκοτη και παράλογη εκείνη στιγμή, που επιτρέπει στον καλλιτέχνη να ρίξει μια ματιά στη συμπαντική αρμονία, στο ιδεώδες. Αλλά ακόμα και αυτό το πλασματικό πέταγμα δίνει στο κοινό τη δυνατότητα της κάθαρσης, αυτού του πνευματικού εξαγνισμού και της απελευθέρωσης, που αποτελεί επίτευγμα της Τέχνης. «Και μόνον η έκφραση της σκέψης δια του λόγου είναι στον κόσμο ένα διαρκές σκάνδαλο. Και τί να πει κανείς για τον γραπτό λόγο;», γράφει ο Γάλλος συγγραφέας, Ζώρζ Μπερνανός, στο έργο του ΄΄Τα μεγάλα κοιμητήρια κάτω από το φεγγάρι΄΄. Για τον Μπερνανός, το να μιλά κανείς, το να γράφει δεν σημαίνει μόνον ότι προκαλεί, έως θανάτου, ένα ψέμα που δεν ζει παρά από τη σιωπή, σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι παίρνει δύναμη να υπερνικήσει τους πειρασμούς της παραίτησης (που είναι, επίσης, και οι πειρασμοί της απελπισίας), θέτοντας σήματα που είναι σημάδια, πέτρες που δείχνουν το δρόμο προς το μέλλον.

«Ό,τι δικό μας αφήνουμε στο μέλλον [θα γράψει ο Γάλλος συγγραφέας] δεν είναι παρά η τραγική και αιματηρή ιστορία των διαδοχικών μας απογοητεύσεων που υπερνικήσαμε υπομονετικά. Τι σημασία έχει; … Αν ολοκληρώσουμε την προσπάθειά μας, αυτοί, για τους οποίους γεννηθήκαμε και οι οποίοι δεν υπάρχουν ακόμα, θα αντλήσουν τις βεβαιότητές τους από τις αμφιβολίες μας, διότι απ’ αυτόν τον πειρασμό της απελπισίας, που αποτελεί το υφάδι της ζωής μας, θα αναβλύσει με τον καιρό μια νέα πηγή ελπίδας».



Ελένη Σεμερτζίδου

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

«Η Μαύρη Τρύπα»

Φανταστείτε έναν σεισμό, όχι μεγάλο, αρκετό, όμως, για να κουνήσει έναν βράχο που υψώνεται πάνω από το σπίτι σας, και, από τη φαινομενική ακινησία που τον κατείχε επί αιώνες, να τον σπρώξει πέρα από την άκρη. Ο βράχος πέφτει, συγκρούεται με άλλους βράχους, δημιουργείται κατολίσθηση και χαλασμός Κυρίου! Τι είναι, λοιπόν, το τίποτα, αν όχι μια αυταπάτη; Υπάρχει το τίποτα ή όχι; Ή μήπως το τίποτα είναι πάντα το κάτι που περιμένει να συμβεί; Αντικαταστήστε τώρα τον βράχο με την απουσία της αγάπης και εύκολα θα καταλάβετε, γιατί οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας έσπαγαν συχνά το κεφάλι τους, αναρωτώμενοι για τη φύση του μηδενός …

Η Μαύρη Τρύπα του διαστήματος είναι δύσκολο να κατανοηθεί από τον ανθρώπινο νου και ίσως αυτό να οφείλεται στον όρο ΄΄τρύπα΄΄. Πολλοί φαντάζονται κάποιο βαθούλωμα. Μια μαύρη τρύπα, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, γιατί δεν είναι τρύπα, αλλά μια στερεά ΄΄τρύπα΄΄ … Δεν είναι ένα κενό ύλης, αλλά μια σφαίρα ύλης … Αν κοιτάζαμε μέσα της, δεν θα βλέπαμε την άλλη μεριά, αλλά θα αντικρίζαμε ένα άπειρο σκοτάδι, που θα ήταν το ίδιο, απ’ όπου και αν το παρατηρούσαμε. Ακόμα και το φως φυλακίζεται μέσα σ’ αυτήν!

Και, όμως … Μην τρομάζετε! Αυτή η τρύπα, που δείχνει μαύρη, είναι τόσο λευκή, στην πραγματικότητα! Κλείνει απίστευτο φως στα βάθη της! Κλείνει όλο αυτό το φως που φυλακίζει και δεν αφήνει να την διαπεράσει! Δεν είναι εκπληκτικό αυτό; Δεν είναι ένα θαύμα της φύσης; Διστάζω να το πω … αλλά … η Μαύρη Τρύπα μοιάζει πολύ με την έννοια της ελπίδας … Θεωρούμε την ελπίδα σαν κάτι άυλο … άπιαστο … Και όμως … η ελπίδα είναι άπειρη και κρύβει τόση ύλη και τόσο φως μέσα της, που αν το γνωρίζαμε, θα αισθανόμασταν απέραντα δυνατοί … Έτοιμοι να κάνουμε τα πιο συναρπαστικά πράγματα … Όπως να ταξιδέψουμε στον χρόνο, περνώντας μέσα από αυτόν τον μαύρο απύθμενο ωκεανό της γνώσης και της ύπαρξης … Έτσι, θα εξαλείφαμε και τον χρόνο … Θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με τους πολλαπλούς εαυτούς μας και, μέσα από το θαυμαστό ταξίδι, θα βρίσκαμε, επιτέλους, αυτό που ψάχνουμε … Αυτό που, ίσως, από πάντα, ψάχναμε, αλλά δεν είχαμε τη δύναμη να το παραδεχτούμε … Ναι … Να το παραδεχτούμε …

Μη φοβάστε, λοιπόν, να μπείτε μέσα στη μαύρη τρύπα και να τη διασχίσετε με το διαστημόπλοιό σας! … και μη φοβηθείτε να πάρετε, ως συνταξιδιώτες στο ταξίδι σας, όσο το δυνατόν περισσότερους! … Η μαύρη τρύπα οδηγεί πάντα σε ένα σύμπαν … όσο αλλόκοτο και αν είναι αυτό το σύμπαν … δεν παύει, ωστόσο, να είναι … ένα άλλο σύμπαν … Αυτό το άλλο σύμπαν, θα μπορούσε να είναι το σύμπαν της καρδιάς μας … Το σύμπαν για το οποίο αγνοούμε τα πάντα … και το οποίο δεν τολμήσαμε ποτέ να εξερευνήσουμε … Μια γκρίζα, αλλόκοτη απόσταση χωρίζει το χλωμό μας πνεύμα από την παλλόμενη αυτή ήπειρο της καρδιάς μας … της καρδιάς μας … στην οποία η πληρότητα ξεχειλίζει από μεγαλειώδη επιθυμία … και απέραντη θλίψη …

Αν αυτό το άλλο σύμπαν είναι η καρδιά μας … τότε … σίγουρα, στα δύο άκρα του βρισκόμαστε εμείς … Εκεί … όπου τίποτα δεν μας ενώνει χρονικά … και, όμως … μας συνδέουν τα πάντα …

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

«Αγαπάτε σαν Άμλετ ή σαν Δον Κιχώτης;»

«Αγαπάτε σαν Άμλετ ή σαν Δον Κιχώτης;»

Σαίξπηρ εναντίον Θερβάντες;»


«Στον Δον Κιχώτη δεν υπάρχει ίχνος εγωισμού, σε αντίθεση με τον Άμλετ που το εγώ του αποτελεί το κέντρο του κόσμου», έγραψε ο Ιβάν Τουργκιένιεφ.
«Όποιος θέλει να κατανοήσει τον ποιητή, θα πρέπει να μπει στη θέση του», θα πει ο Γκαίτε.
Ας μπούμε, λοιπόν, και εμείς στη θέση του Σαίξπηρ και του Θερβάντες, αντίστοιχα, με σκοπό να αποκρυπτογραφήσουμε, όσο μας το επιτρέπουν οι πνευματικές μας δυνάμεις, τους ήρωές τους, τον Άμλετ και τον Δον Κιχώτη και έτσι να «κατανοήσουμε» τους δύο αυτούς δημιουργούς. Ας αρχίσουμε, επομένως, με τα παρακάτω ερωτήματα:

Ήταν ο Σαίξπηρ και ο Θερβάντες δύο μεγαλοφυϊες;
Έμοιαζαν σε πολλά με τους ήρωές τους, τον Άμλετ, δηλαδή, και τον Δον Κιχώτη;
Κατόρθωσαν, όμως, με την ελεύθερη κίνηση της δημιουργικής τους δύναμης να απομακρύνουν τους ήρωές τους και να θέσουν τις μορφές τους στην αιώνια διδασκαλία των απογόνων;

Το πνεύμα που δημιούργησε τον Άμλετ είναι πνεύμα του Βορρά, πνεύμα δύσκολο, σκοτεινό, πνεύμα βαθυστόχαστο, δυνατό, πολύμορφο αυτοδύναμο, καθοδηγητικό. Πνεύμα, δηλαδή, της αντίδρασης και της ανάλυσης. Το πνεύμα του ανθρώπου του Νότου εκπροσωπήθηκε στη συνείδηση του Δον Κιχώτη. Πνεύμα φωτεινό, χαρούμενο, αφελές, δεκτικό. «Οι Δον Κιχώτες ανακαλύπτουν, οι Άμλετ επεξεργάζονται», θα γράψει και πάλι ο Τουργκιένιεφ.
Τι επεξεργάζονται, όμως, οι Άμλετ και τι ανακαλύπτουν οι Δον Κιχώτες; Μήπως η αρχή της ανάλυσης έφτασε στον Άμλετ στα όρια της τραγικότητας; Μήπως η αρχή του ενθουσιασμού έφτασε στον Δον Κιχώτη στα όρια του κωμικού;
Για να γίνει κάτι απαιτείται βούληση. Για να γίνει κάτι απαιτείται σκέψη. Η σκέψη, όμως, και η βούληση έχουν απομακρυνθεί η μία από την άλλη μάς λέει ο Σαίξπηρ με τα χείλη του Άμλετ: «Κι έτσι το φυσικό το χρώμα της απόφασης ξασπρίζει με τ΄ωχρό φκιασίδωμα της σκέψης». Από τη μια πλευρά, λοιπόν, στέκονται οι Άμλετ, αντιλαμβανόμενοι και συνειδητοποιούντες – αλλά άχρηστοι και καταδικασμένοι στην ακινησία - ενώ, από την άλλη πλευρά, οι μισότρελλοι Δον Κιχώτες, οι οποίοι είναι χρήσιμοι και παρακινούν τους ανθρώπους, μόνο και μόνο γιατί βλέπουν και γνωρίζουν μόνο ένα σημείο, συχνά ανύπαρκτο σ’ εκείνη την μορφή, στην οποία αυτοί το βλέπουν.
«Αγαπάτε σαν Άμλετ ή σαν Δον Κιχώτης;». Αυτό θα παραμείνει μέχρι το τέλος το βασικό μας ερώτημα. Για να δούμε, τώρα, τι αγαπάει ο Άμλετ και τι ο Δον Κιχώτης. Στην πρώτη σκηνή της τρίτης πράξης, ο Άμλετ λέει στην Οφηλία:

«ΑΜΛΕΤ: Σ’ αγάπησα κάποτε.
ΟΦΗΛΙΑ: Αλήθεια, αφέντη μου, μ’ έκανες να το πιστέψω.
ΑΜΛΕΤ: Δεν έπρεπε να μ’ είχες πιστέψει … δεν σ’ αγάπησα».

Και κάπου αλλού ο Άμλετ θα πει:

«ΑΜΛΕΤ: Χα, χα. Είσαι τίμια;
ΟΦΗΛΙΑ: Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤ: Είσαι ωραία;
ΟΦΗΛΙΑ: Τι εννοεί η Εξοχότης σας;
ΑΜΛΕΤ: Πως αν είσαι τίμια και ωραία, η τιμιότητά σου δεν πρέπει να επιτρέπει πολλά πάρε-δώσε με την ομορφιά σου.
ΟΦΗΛΙΑ: Τι καλύτερη συναναστροφή, Κύριε μου, θα μπορούσε να βρει η τιμιότητα από την ομορφιά;
ΑΜΛΕΤ: Ναι, πράγματι. Γιατί η δύναμη της ομορφιάς θα μετατρέψει αμέσως την τιμιότητα σε μαστροπό, προτού προλάβει η ισχύς της τιμιότητας να μεταφράσει την ομορφιά σε κάτι που να της μοιάζει».

Είναι φανερό πως ο Άμλετ είναι άνθρωπος αισθησιακός και, μάλιστα, γεμάτος πάθη. Ο Άμλετ δεν αγαπάει, αλλά απλά υποκρίνεται και, μάλιστα, ασύστολα ότι αγαπά. Οι Άμλετ δεν αγαπούν και δεν πιστεύουν. Είναι συνέχεια απασχολημένοι με τον εαυτό τους. Είναι μοναχικοί, γιατί είναι άγονοι. Δεν ανακαλύπτουν τίποτα και δεν αφήνουν κανένα ίχνος πίσω τους, εκτός από το ίχνος της προσωπικότητάς τους. Στον Δον Κιχώτη δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος αισθησιασμού. Τα όνειρά του είναι ντροπαλά και αναμάρτητα. Ο Δον Κιχώτης αγαπάει την Δουλτσινέα, μια ανύπαρκτη γυναίκα και είναι έτοιμος να πεθάνει για χάρη της. Νικημένος, εξαντλημένος, λέει σ’ αυτόν που τον νίκησε, ο οποίος έχει ήδη σηκώσει το σπαθί του:
«Χτυπήστε με ιππότη, για να μην γίνει αιτία η αδυναμία μου να μειωθεί η δόξα της Δουλτσινέας. Παρ’ όλα αυτά, σας διαβεβαιώνω ότι είναι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου». Την αγαπάει αγνά, τόσο αγνά, που είναι απίθανο στα βάθη της καρδιάς του να ελπίζει στην τελική του ένωση μαζί της. Την αγαπάει ιδεατά, τόσο ιδεατά που ούτε καν υποπτεύεται ότι το αντικείμενο του πόθου του δεν υπάρχει. Και όταν η αγαπημένη του εμφανίζεται μπροστά του, με την μορφή άξεστης και βρώμικης χωριάτας, δεν θέλει να πιστέψει στα μάτια του και πιστεύει ότι την έχει μεταμορφώσει κάποιος κακός μάγος.
Οι δύο αυτές δυνάμεις της στασιμότητας και της κίνησης – που εκπροσωπούν αντίστοιχα οι δυο ήρωες – του συντηρητισμού και της προόδου, είναι ουσιαστικά οι δύο δυνάμεις της πλάσης. Ωστόσο, ακόμη και ο καθαρός σκεπτικιστής, που αντιπροσωπεύεται από τον Άμλετ, πάντα σέβεται τον στωικό: «Δώσε μου τον άνθρωπο που δεν σκλαβώνεται στο πάθος, να τον βάλω μες στην καρδιά μου, στης καρδιάς μου την καρδιά, καθώς εσένα», θα πει ο Άμλετ στον εύπιστο και αγνό ακόλουθό του, με τη θερμή καρδιά και τον ανοιχτό νου, τον Οράτιο.
Και ο Άμλετ και ο Δον Κιχώτης πεθαίνουν συγκινητικά. Η διαφορά τους, όμως, έγκειται στο τέλος τους. Είναι θαυμάσια τα τελευταία λόγια του Άμλετ. Ειρηνεύει, ησυχάζει, διατάζει τον Οράτιο να ζήσει. Η σκέψη, όμως, του Άμλετ δεν είναι στραμμένη στο μέλλον: «Τα υπόλοιπα … σιωπή», λέει ο σκεπτικιστής που πεθαίνει και, πραγματικά, σιωπά εις τους αιώνες. Ενώ, ο ετοιμοθάνατος Δον Κιχώτης θα πει στον πιστό, αν και υλιστή, ακόλουθό του, τον Σάντσο Πάντσα, όταν εκείνος για να τον παρηγορήσει, του λέει ότι σύντομα θα πάρουν πάλι τον δρόμο των ιπποτικών ταξιδιών: «Όχι. Όλα αυτά πέρασαν για πάντα και ζητάω συγγνώμη απ’ όλους. Δεν είμαι ο Δον Κιχώτης, έγινα πάλι ο Αλόνζο ο Αγαθός, όπως με φώναζαν κάποτε … ».
«Κάθε τι το γήινο διαλύεται σαν καπνός … », θα γράψει σ’ έναν στίχο του ο Σίλλερ. Τα αγαθά έργα, όμως, δεν γίνονται καπνός. Διαρκούν πιο πολύ και από την πιο λαμπερή ομορφιά. «Τα άλλα θέλουσι καταργηθή», είπε ο απόστολος, «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» …