Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Η ΤΑΙΝΙΑ ΄΄ΤΟ ΑΡΩΜΑ΄΄

« Το Ά ρ ω μ α » : Η Ιστορία ενός Δολοφόνου

Ζούσε για την ομορφιά … Σκότωνε για να την αποκτήσει …



Μια από τις πολυαναμενόμενες ταινίες της χρονιάς έκανε ΄΄διακριτικό΄΄ κινηματογραφικό ντεμπούτο πριν από αρκετές ημέρες, βγαίνοντας κανονικά στις αίθουσες στις 26 Δεκεμβρίου. «Το Άρωμα», που βασίζεται στο ομώνυμο μπεστ σέλερ του Πάτρικ Ζίσκιντ (εκδόθηκε το 1985), κουβαλά μαζί του μια πλούσια προϊστορία σε επίπεδο παραγωγής, αφού, όπως ήταν φυσικό, τράβηξε αμέσως την προσοχή των ανθρώπων του κινηματογράφου – ανάμεσά τους και του παραγωγού Μπερντ Άιχινγκερ, φίλου του συγγραφέα. Ο Ζίσκιντ, για πολλά χρόνια, αρνούνταν να παραχωρήσει τα δικαιώματα, πιστεύοντας ότι είναι ένα μυθιστόρημα που δεν μπορεί να αποδοθεί κινηματογραφικά, εκτός κι αν το σκηνοθετούσε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Μετά, όμως, το θάνατο του σκηνοθέτη, το σχέδιο πέρασε χωρίς επιτυχία από διάφορα χέρια, όπως αυτά του Μάρτιν Σκορσέζε, του Μίλος Φόρμαν, του Τιμ Μπάρτον και του Ρίντλεϊ Σκοτ. Τελικά, τα δικαιώματα του βιβλίου απέκτησε η γνωστή γερμανική εταιρεία Constantin Films, με παραγωγό τον Άιχινγκερ και σκηνοθέτη τον Τομ Τίκβερ. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνη του 2005, στην Προβηγκία της Γαλλίας και σε διάφορες περιοχές της Ισπανίας, ενώ τα θεαματικά σκηνικά αναπαράστασης του Παρισιού του 18ου αιώνα στήθηκαν στα στούντιο Μπαβάρια του Μονάχου. Λίγους μήνες πριν η ταινία κάνει πρεμιέρα στη μεγάλη οθόνη, ο Τίκβερ μιλά με τη σιγουριά του έμπειρου πλέον σκηνοθέτη, αλλά και της δαπανηρότερης παραγωγής της καριέρας του, η οποία φημολογείται πως αγγίζει τα 60 εκατομμύρια δολάρια: «Πολλοί με ρωτούν πως θα καταφέρω να μεταφέρω στο σινεμά μια ιστορία με θέμα την όσφρηση και τις οσμές. Τους εξηγώ πως ούτε το βιβλίο μυρίζει, συνεπώς είμαστε περίπου στην ίδια κατάσταση!». Η μουσική της ταινίας είναι, επίσης, του Τίκβερ. Ο Τομ Τίκβερ αποτελεί πολύ σπάνια περίπτωση, αφού εκτός από συνθέτης της μουσικής της ταινίας είναι και ο σκηνοθέτης της. Η ενορχήστρωση είναι του σπουδαίου Simon Rattle και η ορχήστρα η καταπληκτική Φιλαρμονική του Βερολίνου. Η ταινία κερδίζει πολλά από την ερμηνεία του πρωτάρη στα κινηματογραφικά πράγματα αλλά με σπουδαίες περγαμηνές στο σανίδι, Ben Whishaw. Από τα πρώτα του κιόλας βήματα, ως Γκρενούιγ, εξασφαλίζει στο θεατή τη βεβαιότητα πως είναι ο πλέον κατάλληλος να υποδυθεί αυτόν τον εξαίρετο ρόλο. Μάτια γεμάτα απορία και άγνοια για την πεζή ανθρώπινη πραγματικότητα που ελάχιστα καταλαβαίνει, έκφραση αυθεντικά αποστασιοποιημένη από συναισθηματικές αδυναμίες και δυναμική που εντυπωσιάζει είναι τα κυριότερα γνωρίσματά του. Στους υπόλοιπους βασικούς χαρακτήρες, όμως, δε διακρίνουμε την ίδια εξαιρετική επίδοση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι αντίστοιχοι ηθοποιοί δεν δομούν τον ήρωά τους με ερεθιστικό για τον θεατή τρόπο. Ο Dustin Hoffman, ως Μπαλντίνι, ζημιώνεται από την αδυναμία του να αποδώσει το ταμπεραμέντο του ιταλικής καταγωγής ήρωά του, ενώ ο κατά τα άλλα σπουδαίος Alan Rickman αφήνει περιστασιακά το στοιχείο της υπερβολής να δρα ελαφρώς εκτός ορίων. Επιπλέον, από την εναρκτήρια σεκάνς ερχόμαστε σε επαφή με την αξεπέραστη οσφρητική ικανότητα του ήρωα. Εν γένει, όμως, επιστρατεύονται για τον σκοπό αυτό υπερτονισμένοι χρωματισμοί και η αρτίστικη αποτύπωση των αντικειμένων με πλάνα ποτισμένα από ιδρώτα, πούδρα, αρώματα και βρώμα. Όπου δε, η εικόνα αδυνατεί στο δεδομένο χρόνο να αποδώσει τα απαιτούμενα, επιστρατεύεται η υποβλητική αφήγηση του John Hurt, εντείνοντας έτσι τη λογοτεχνική αισθητική της ταινίας. Ο Τίκβερ, με αναπόφευκτες εκπτώσεις και συμπτύξεις, προσπαθεί να διατηρήσει το σενάριο στο πνεύμα, τη φιλοσοφία και την αισθητική του «Αρώματος». «Η ταινία έχει μια σκοτεινή αισθητική, γύρω από έναν αινιγματικό χαρακτήρα», λέει ο Τίκβερ. «Γι’ αυτό κι εμείς στραφήκαμε προς ζωγράφους σαν τον Καραβάτζιο, τον Γιόζεφ Ράιτ ή τον Ρέμπραντ. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι είχαν ως μοναδικό φωτισμό τα κεριά. Πέραν αυτών, ο περίγυρός τους ήταν κατασκότεινος» …

Αποκωδικοποιώντας το αλληγορικό έργο του Ζίσκιντ, μπορεί εύκολα κανείς να αναγνώσει σημεία που σαγηνεύουν τη σκέψη. Μία αντίστοιχη – φιλοσοφικού τύπου – προσέγγιση εξασφαλίζεται και στην ταινία. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά σημεία. Αρχικά, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια ιστορία πάνω στη μοναξιά, τους μυστικούς θησαυρούς που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Εδώ ο μύθος έχει την μορφή μιας παραγνωρισμένης ευφυΐας στο πρόσωπο του Γκρενούιγ, του κεντρικού ήρωα. Ο Γκρενούιγ δεν είναι παρά ένας τραγικός ήρωας της μοναξιάς, ένας εντελώς σκοτεινός άνθρωπος που αναζητά διακαώς την αναγνώριση, επιθυμεί να αιτιολογήσει τα αίτια της ύπαρξής του στην ζωή. Αναζητά δρόμους για να βγει από τη μεγάλη προσωπική δυστυχία του. Ο μόνος δρόμος για να ξεφύγει από την απομόνωσή του και να δει το «φως» είναι η μοναδική όσφρηση που διαθέτει ως χάρισμα. Αυτή είναι, λοιπόν, η ιστορία του Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ενός αγοριού που ξεβράστηκε από τη μήτρα της μάνας του στην δυσωδέστατη πόλη του κόσμου – το Παρίσι του 18ου αιώνα – έχοντας δύο εκπληκτικά χαρακτηριστικά: μια πανίσχυρη όσφρηση και μια απόλυτη απουσία έκλυσης προσωπικής οσμής. Ο σκοτεινός αυτός χαρακτήρας αφοσιώνεται στην σύνθεση του αρώματος εκείνου που θα του προσφέρει παντοδυναμία και πραγματοποιεί κάθε αποτρόπαιο έγκλημα προκειμένου να φτάσει στον στόχο του. Για το σώμα του δεν χρειαζόταν παρά μια ελάχιστη ποσότητα τροφής και ρουχισμού. Για την ψυχή του, όμως, δεν χρειαζόταν εντελώς τίποτα. Στοργή, προσοχή, τρυφερότητα, αγάπη – κι όλα αυτά τα πράγματα που χρειάζεται ένα παιδί – ήταν για τον μικρό Γκρενούιγ τελείως περιττά. Μάλλον ο ίδιος είχε καταφέρει να μην τα χρειάζεται, από την αρχή κιόλας της ζωής του, και έτσι μπόρεσε να ΄΄επιβιώσει΄΄. Ήταν από γεννησιμιού του κάθαρμα. Αποφάσισε να κρατηθεί στη ζωή από καθαρό πείσμα και από καθαρή κακία για την ανθρωπότητα. Η απουσία ηθικών φραγμών ή συναισθήματος, οι αστείρευτες αντοχές του και το ανυπέρβλητο ταλέντο του συνθέτουν τη διττή του προσωπικότητα: από τη μια ο πλέον εμπνευσμένος εξουσιαστής των αρωμάτων, που με τις μεθυστικές του συνθέσεις κατακτά την Ευρώπη φτιάχνοντας τα πιο έξοχα αρώματα, και από την άλλη ο στυγνός δολοφόνος που προσπαθεί να αποστάξει το ανώτερο των αρωμάτων από τον πλούτο της γυναικείας φύσης. Ο ήρωας θα μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο και η μοναδική φιλία που θα αποκτήσει στη ζωή του είναι ο αρωματοποιός για τον οποίο δουλεύει, ο Μπαλντίνι (Dustin Hoffman). Όλα, όμως, τα αφεντικά που κατά καιρούς θα αποκτήσει πλήττονται από διάφορες συμφορές, μόλις ο Ζαν – Μπατίστ Γκρενούιγ φύγει από τη δούλεψή τους. Μοναδική επιδίωξή του είναι να βρει το τελειότερο άρωμα στον κόσμο, αυτό του «έρωτα». Στην προσπάθειά του αυτή παρασύρεται σε μια σειρά φόνων νεαρών γυναικών. Στο τέλος, κλείνει αυτό το «τέλειο, σπάνιο άρωμα» σε ένα μικρό φιαλίδιο, κατακτώντας τις καρδιές των αποβρασμάτων του Παρισιού, οι οποίοι, σε κατάσταση έκστασης, τον κατασπαράζουν, προκειμένου να αποκτήσουν ένα κομμάτι του Γκρενούιγ δικό τους. Ο ήρωας του έργου και της ταινίας αποκαλύπτει μπροστά στα ανθρώπινα μάτια την αληθινή του φύση δύο φορές: την πρώτη κατακτά «τον ανθρώπινο συρφετό» μαγευτικά χάρη στο ανώτερο των αρωμάτων του και τη δεύτερη γίνεται αντικείμενο κανιβαλισμού από τα χέρια των «θαυμαστών» του, ενός χύδην όχλου, που σαν ένθεες μαινάδες θα φάνε, στο τέλος, τις σάρκες του, σβήνοντας τελείως από τον «ανθρώπινο χάρτη» κάθε ίχνος από την υπόσταση του ήρωα. Έτσι, ο Γκρενούιγ γίνεται το σύμβολο των αληθινά μοναδικών προσωπικοτήτων που βιώνουν την απόλυτη αναγνώριση, την «καθαρή αγάπη», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας του βιβλίου, παράλληλα, όμως και τον κανιβαλισμό που διαθέτει ο κοινός άνθρωπος προκειμένου να προσεγγίσει το μύθο αυτών των σπάνιων προσωπικοτήτων, αυτών των «μοναδικών φορέων σπάνιων και τέλειων αρωμάτων», όταν, μάλιστα, το «σπάνιο άρωμα» που αποπνέουν αυτές οι προσωπικότητες δεν είναι δικό τους, αλλά σκότωσαν για το αποκτήσουν και να το «φορέσουν» κατάσαρκα, με σκοπό να κερδίσουν την απόλυτη αγάπη των συνανθρώπων τους, καθώς επίσης και την πολυπόθητη υπόστασή τους …

Ένας άγγελος-διάβολος, που από βρέφος διαθέτει εκπληκτική όσφρηση, που «βλέπει τον κόσμο με τα ρουθούνια του», που απογυμνώνει τους ανυπεράσπιστους ενήλικες «ανασαίνοντας ξεδιάντροπα τη μυρωδιά τους … μέσα από το δέρμα μέχρι το βαθύ τους είναι», δεν διαθέτει, ωστόσο ο ίδιος «δική του μυρωδιά σάρκας», δεν μυρίζει καθόλου! Για τον νεαρό Γκρενούιγ ο σκοπός θα αγιάζει πάντα τα μέσα, ο έρως (όπως και το περίφημο άρωμα που του φτιάχνει) θα λεηλατεί την ψυχή του. Γιατί έρωτας και σκοπός για τον σκοτεινό ήρωα είναι «να γίνει δημιουργός αρωμάτων, όχι ένας τυχαίος μυροπώλης, αλλά ο μεγαλύτερος αρωματοποιός όλων των εποχών». Επιστρατεύοντας τα εκατομμύρια μυρωδιές που αποθήκευε στη μνήμη του, θα καταφέρει τελικά να «αναγκάσει τους ανθρώπους να τον αγαπήσουν». Μονάχα που υπολειπόταν σε κάτι, σε «ανθρώπινη μυρωδιά». Και αν «στη βάση αυτής της ευτυχίας βρισκόταν ένας φόνος, (για να αποκτήσει «προσωπικό άρωμα», για να αποκτήσει «προσωπικότητα», για να αποκτήσει «ψυχή») του ήταν εντελώς αδιάφορο, δεν το σκεφτόταν καν!». Ο θάνατός τους, η ζωή του! Η ανατομία των εγκλημάτων θα τον φέρει τελικά στο ικρίωμα, μόνο για να αποδείξει την ύστατη στιγμή πως οι ρόλοι είναι αντιστρέψιμοι, και έτσι στο χείλος του θανάτου, ο απόκληρος αυτός Γκρενούιγ γίνεται εξουσιαστής. Για λίγο όμως … Όσο κρατά η κυριαρχία των ενστίκτων του ανθρώπινου όχλου και η γλώσσα των αρωμάτων που γνωρίζει ο ήρωας … Γιατί αμέσως μετά, δίχως «Ερινύες», ο ήρωας θα παραδοθεί χαμογελώντας στις «Βάκχες» του, σε κάτι αποβράσματα της πατρίδας του, που θα ξεσκίσουν το σώμα του, και αυτό θα το κάνουν από «καθαρή αγάπη προς εκείνον» …
Ένα Παρίσι άθλιο γεννά ένα άμοιρο, αποκρουστικό νόθο, ένα πλάσμα «ταγμένο με τη μεριά της ζωής, αλλά ενάντια στην αγάπη», που έκανε τους πάντες να απομακρύνονται στο πέρασμά του (ακόμη και η μητέρα του, μόλις το φέρνει στη ζωή, οδηγείται στο θάνατο ανυποψίαστη), και το οποίο, όμως, θα κατακτήσει την καθεστηκυία τάξη και θα ανατρέψει ηθικές αξίες και νόρμες. Όπλο του: «Το Άρωμα». Το «άρωμα» που δεν έχει και που σκοτώνει τους συνανθρώπους του για να το αποκτήσει με κάθε τίμημα. Η Γαλλική επανάσταση προμηνύεται γλαφυρά μέσα από βιβλίο και ταινία και θα βρει τον τέλειο εκφραστή της στο πρόσωπο αυτού του «αόρατου ανθρώπου», αυτού του «φαντάσματος», αυτού του «μοναδικού αμοραλιστή», αυτής της «τραγικής αυτιστικής φιγούρας» που το όνομά της είναι Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ή οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μπορούσε να βρει για να της αποδώσει η ευφάνταστη ευφυΐα ενός συγγραφέα, όπως αυτή του Πάτρικ Ζίσκιντ … Εάν, βέβαια, αυτού του είδους οι «άνευ αρώματος τραγικές φιγούρες» έχουν «όνομα» …

Δεν υπάρχουν σχόλια: